επιλογή

Φυσική ή τεχνητή διαδικασία, με την οποία κατορθώνεται από γενιά σε γενιά μια βραδεία βελτίωση και προσαρμογή των ζωντανών οργανισμών. Το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται, κατά ένα μεγάλο μέρος, στις εσωτερικές παραγωγικές ικανότητες των οργανισμών, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με τα κληρονομούμενα χαρακτηριστικά κάθε είδους και επηρεάζονται, έως έναν βαθμό, από παράγοντες του περιβάλλοντος. Στη φύση, η ε. πραγματοποιείται με αυτόματο τρόπο, ως αποτέλεσμα εκείνου που οι οπαδοί της θεωρίας της εξέλιξης ορίζουν ως επικράτηση του καταλληλότερου. Αυτό σημαίνει ότι επικρατούν στα άτομα εκείνοι οι χαρακτήρες που αποδεικνύονται πιο ωφέλιμοι και βρίσκονται σε αρμονία με τις συνθήκες της ζωής τους και με το περιβάλλον. Το φαινόμενο της ζωικής και της φυτικής ζωής –μαρτυρείται και από τα παλαιοντολογικά ευρήματα– είναι ακριβώς το αποτέλεσμα αυτού του εκλεκτικού δυναμισμού που πραγματοποιείται με το πέρασμα των αιώνων. Εξάλλου, στο περιβάλλον κάθε είδους, επιρροές μικρότερης σημασίας μπορούν να καθορίσουν την εξέλιξη ειδικών χαρακτηριστικών και ικανοτήτων (μιμητισμός με το περιβάλλον, ευκινησία, πονηριά, ορισμένες διαμορφώσεις των οργάνων κίνησης στα ζώα, τριχοφυΐα, άκανθες, όργανα προστασίας, εκκρίσεις διαφόρων ουσιών στα φυτά κλπ.). Παράλληλα με τη φυσική ε., στο ζωικό βασίλειο τα αποτελέσματα που έχουν προκύψει με την τεχνητή ε. στο ζωοτεχνικό πεδίο είναι αξιόλογα και δικαιολογούν τις προβλέψεις ότι είναι δυνατόν να βελτιωθούν οι ράτσες σε όλες τις ομάδες οικόσιτων ζώων. Με την ε. της ράτσας γίνεται σκόπιμη διαλογή των ατόμων που είναι ιδιαιτέρως προικισμένα από γενετική άποψη, έτσι ώστε να βελτιωθεί η αξία, η ποιότητα και η ικανότητά τους: με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνονται τελειότεροι τύποι με περισσότερο τονισμένες τις ικανότητες της ράτσας (άλογα για ιπποδρομίες ή έλξης, κυνηγετικά σκυλιά, χοίροι για λίπος, γαλακτοπαραγωγά και κρεατοπαραγωγά βοοειδή, όρνιθες για αβγά, ζώα για παραγωγή γουναρικών κλπ.). Στο φυτικό βασίλειο, η ε. επιδιώκει κυρίως να βελτιώσει τα πιο ευνοϊκά βοτανικά και φυσιολογικά χαρακτηριστικά ενός ορισμένου είδους, βασισμένη στους νόμους της γενετικής, κατά επιστημονικό και ορθολογιστικό τρόπο. Η διαδοχική ε. έχει αποτέλεσμα την αύξηση της ανθεκτικότητας των καλλιεργούμενων φυτών στις ασθένειες (σκωριάσεις των σιτηρών, ιώσεις των σολανοειδών κλπ.), στο ψύχος ή στις υψηλές θερμοκρασίες (σιτηρά κατάλληλα για ορεινές περιοχές ή ποικιλίες αποδοτικές, ανθεκτικές στα νότια κλίματα), την αύξηση της περιεκτικότητας σε σάκχαρο ορισμένων ριζωματωδών φυτών (σακχαρότευτλα) ή την επίτευξη οπωροδένδρων με νοστιμότερους καρπούς μεγαλύτερης βιωσιμότητας. Ταυτόχρονα, επιδιώκεται η βελτίωση φυτών με οικονομική χρησιμότητα, ώστε να προσφέρουν μεγαλύτερες και καλύτερες αποδόσεις, όπως δέντρα για παραγωγή ξύλου ή κυτταρίνης, καλλωπιστικά φυτά με πιο όμορφα άνθη, αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά καταλληλότερα για την εκμετάλλευση για την οποία καλλιεργούνται. Τα τελευταία χρόνια, η βελτίωση των χαρακτηριστικών των φυτικών και ζωικών οργανισμών επιτυγχάνεται με τη μεταφορά γονιδίων σε αυτούς, με τη βοήθεια των τεχνικών της γενετικής μηχανικής. Το Ινστιτούτο Υγιεινής Ζώων της Εγγύς Ανατολής, οργανισμός του FAO (Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών), επιδιώκει να βελτιώσει με την επιλογή τις ράτσες των οικόσιτων ζώων. Στη φωτογραφία, ένας ειδικός του ινστιτούτου ελέγχει τα αποτελέσματα των πειραμάτων επιλογής που έγιναν σε ράτσες ορνίθων, στη Βηρυτό (φωτ. FAO).
* * *
η (AM ἐπιλογή) [επιλέγω]
1. εκλογή, διάλεγμα, ξεδιάλεγμα
2. εκλογή, ανάδειξη σε αξίωμα ή θέση
νεοελλ.
1. η απομόνωση επιθυμητών σημάτων από τα λοιπά ανάμικτα σήματα και τα παράσιτα που συλλαμβάνει η κεραία τού δέκτη
2. η εκλογή και κατάταξη στα διάφορα όπλα, σώματα και ειδικότητες όσων βρίσκονται σε στρατεύσιμη ηλικία
3. φρ. «φυσική επιλογή» — επιβίωση τών ατόμων που προσαρμόζονται καλύτερα για τους επιδιωκόμενους σκοπούς
μσν.
δικαίωμα επιλογής·

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιλογῇ — ἐπιλογή picking out fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλογή — picking out fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιλογή — η 1. εκλογή, διάλεγμα, ξεδιάλεγμα, ξεχώρισμα (των καλών βέβαια). 2. (βιολ.), η διάθεση και προσπάθεια που υπάρχει στα ζωικά και φυτικά όντα να διατηρούν τους πιο πρόσφορους για τη ζωή τους χαρακτήρες και να αποβάλλουν τους πιο απρόσφορους. 3. η… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επιλογή, επαγγελματική — Διαδικασία, με σκοπό την κατάληψη ορισμένου αριθμού κενών θέσεων εργασίας από διαγωνιζόμενους κατά τεκμήριο ικανότερους, λόγω των συνολικών ατομικών προσόντων τους, και τον αποκλεισμό εκείνων που είτε είναι υπεράριθμοι είτε δεν κρίνονται ικανοί… …   Dictionary of Greek

  • ἐπιλογῆι — ἐπιλογῇ , ἐπιλογή picking out fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλογαῖς — ἐπιλογή picking out fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλογαί — ἐπιλογή picking out fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλογῆς — ἐπιλογή picking out fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλογήν — ἐπιλογή picking out fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιλογῶν — ἐπιλογή picking out fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.